ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΑΣ
ΕΥΑΝΘΙΑ Κ. ΜΙΧΑΗΛΙ∆ΟΥ
∆ρ Αγρονόµος Τοπογράφος Μηχανικός
 


Οι χάρτες των Ελλήνων
Βασική πηγή γνώσης για τη χαρτογραφία των Ελλήνων αποτελούν τα κείµενα του Ηρόδοτου (410-355 π.Χ.) και του Στράβωνα (68 π.Χ-20 µ.Χ.). Ο Στράβων και οι Στωικοί φιλόσοφοι θωρούν τον Όµηρο εισηγητή της γεωγραφικής επιστήµης (από τον 8ο αιώνα π.Χ.), έτσι όπως την εννοούσαν οι Έλληνες, να περιλαµβάνει κείµενα (λεκτικές περιγραφές) και χάρτες (γραφικές περιγραφές).Ο Όµηρος στην Ιλιάδα περιγράφει τη γη επίπεδη, κυκλική, να περιβάλλεται από τον ωκεανό (Σχήµα 8). Κάτω από την επιφάνεια της γης βρίσκονται ο Άδης και τα Τάρταρα. Από την περιφέρεια του ωκεανού ξεκινά ο ουράνιος θόλος. Ο ήλιος, το φεγγάρι και τα αστέρα ανατέλλουν από τον ωκεανό, διαγράφουν ένα τόξο πάνω από τη γη και βυθίζονται ξανά στη θάλασσα για να ολοκληρώσουν την πορεία τους. Η ατµόσφαιρα πάνω από τη γη είναι πυκνή µε σύννεφα και οµίχλη αλλά ψηλότερα βρίσκεται ο Αιθέρας. Όπως αναγνωρίζεται ευρύτατα σήµερα, η παλαιότερη γραπτή χαρτογραφική αναφορά περιέχεται στην Ιλιάδα και αφορά την περιγραφή της ασπίδας του Αχιλλέα (Λιβιεράτος 1998). Η ασπίδα του Αχιλλέα χωριζόταν σε τέσσερις οµόκεντρες κυκλικές ζώνες και αυτές σε επιµέρους τοµείς. Γύρω από τον κεντρικό κυκλικό πυρήνα απεικονιζόταν η γη, η θάλασσα, ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα. Στην πρώτη, προς τα άκρα, ζώνη και σε δύο τ µ ήµατα, απεικονιζόταν η πόλη σε ειρήνη και σε πόλεµο. Στη δεύτερη ζώνη και σε τρεις τοείς, απεικονίζονταν η σπορά, ο θερισµός και η αµπελουργία. Στην τρίτη ζώνη και σε επίσης τρεις τοµείς, τα θηράµατα, η βοσκή και ο χορός. Στην εξωτερική και τελευταία ζώνη, ήταν ο ποταµός και ο ωκεανός.
Από τον 7ο αιώνα π.Χ., µε τη συστηµατική συµβολή της Ελληνικής επιστήµης, οι Ίωνες αρχίζουν µια νέα εποχή στη Χαρτογραφία. Η εποχή αυτή καλύπτει όλη την κλασσική περίοδο, από τις αφετηρίες της στην Ιωνία, την ακ µ ή της, τον 4ο αιώνα π.Χ., µέχρι την Αλεξανδρινή ολοκλήρωσή της, τους πρώτους αιώνες .Χ. (Λιβιεράτος 1998). Στο διάστηµα αυτό, η Χαρτογραφία θα πρέπει να µελετηθεί µέσα στο ευρύτερο πλαίσιο των επιστηµών της γεωµετρίας, της αστρονοµίας, της γεωδαισίας και της γεωγραφίας. Θα πρέπει, επίσης, να εξεταστεί η εµπειρική και πρακτική της διάσταση που αφορά το σύνολο των τότε γεωγραφικών παρατηρήσεων, που προέκυπταν σχεδόν αποκλειστικά από τα ναυτικά ταξίδια και τις τότε µετρήσεις µε τη χρήση κλασσικών οργάνων και τη βοήθεια κατάλληλων υπολογισµών. ∆ιευκρινίζεται, ωστόσο, ότι στο κείµενο αυτό η έµφαση δίνεται στην εξέλιξη των χαρτών. Μετά το 2ο µ.Χ., και µ έχρι το τέλος του µεσαίωνα, η χαρτογραφία ξεφεύγει από την επιστηµονική αντιµετώπιση, ε εξαίρεση το χαρτογραφικό έργο των Αράβων. Ωστόσο, κατά το διάστηµα αυτό προστίθενται άλλα στοιχεία στους χάρτες που παρουσιάζουν ενδιαφέρον από φιλοσοφική, ηθική και αισθητική άποψη. Επιστροφή στις ελληνικές αφετηρίες της χαρτογραφίας και στον επιστηµονικό τρόπο αντιµετώπισης της θα συµβεί το 16ο αιώνα.
Στη συνέχεια, αναφέρεται συνοπτικά το έργο διακεκριµένων προσώπων που συνέβαλαν άµεσα ή έµµεσα στην άνθηση της Ελληνικής Χαρτογραφίας από τον 7ο π.Χ. µέχρι το 2ο µ.Χ. αιώνα (Raisz 1948, Λιβιεράτος 1998). Ο πρώτος χάρτη (πίνακας) του τότε κατοικηµένου κόσµου, όπως ήταν γνωστός µέχρι τότε, κατασκευάστηκε από τον Αναξίµανδρο το Μιλήσιο (610-545 π.Χ.). Ο χάρτης αυτός βελτιώθηκε στη συνέχεια από τον Εκαταίο το Μιλήσιο (549-472 π.Χ.), ο οποίος θεωρούσε τη γη επίπεδο δίσκο που περιβάλλεται από τον ωκεανό (Σχήµα 9).
Ο Θαλής ο Μιλήσιος (640-546 π.Χ.) δεχόταν τη σφαιρικότητα του σύµπαντος. Αναγνώρισε τη Μικρή Άρκτο και τον Πολικό αστέρα ως κύριο και σταθερό προσανατολισµό για τους ταξιδιώτες. Ο Πυθαγόρας ο Σάµιος (580-500 π.χ.), πατέρας της θεωρητικής γεωµετρίας, δίδασκε τη σφαιρικότητα της γης και την περιστροφή της περί άξονα. Η άποψη για τη σφαιρικότητα της γης προέκυψε κυρίως από φιλοσοφική θεώρηση και όχι τόσο από αστρονοµικές παρατηρήσεις. Η σφαίρα έχει το τελειότερο σχήµα και κατά συνέπεια, η γη που είναι το δηµιούργηµα των θεών, πρέπει να είναι σφαίρα. Ο Αριστοτέλής ο Σταργείτης (384-322 π.Χ.) είναι αυτός που παραθέτει τέσσερα επιχειρήµατα που αποδεικνύουν τη σφαιρικότητα της Γης (340 π.Χ.):
. την καµπυλότητα της θαλάσσιας επιφάνειας, όπως πιστοποιεί η ναυσιπλοΐα, . την αλλαγή του ύψους των αστέρων σε διάφορα γεωγραφικά πλάτη της γης, . την αλλαγή του ύψους του ήλιου σε διαφορά γεωγραφικά µήκη της γης και . το στρογγυλό της σκιάς της γης κατά την έκλειψη της σελήνης.
 

 
 
Σχήµα 8. Ο Κόσµος σύµφωνα µε τον Όµηρο          Σχήµα 9. Ο Κόσµος σύµφωνα µε τον
(8ος αιώνας π.Χ.)                                      Εκαταίο (6ος αιώνας π.Χ.)

 

 

Στα τέλη του 4ου και αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. δραστηριοποιούνται πολλοί ανώνυµοι κατασκευαστές πινάκων (χαρτών), που στήριζαν τις χαρτογραφήσεις τους στα στοιχεία του Πυθέα του Μασσαλιώτη. Ο Πυθέας έπλευσε το 330 π.Χ. στις Βρετανικές θάλασσες, φθάνοντας µέχρι τον ωκεανό του «χάους και του σκότους» αγγίζοντας τη νήσο Θούλη, πιθανόν η Νορβηγία, η Ισλανδία, τα νησιά Σέτλαντ ή τα νησιά Ορκάδες βορείως της Σκοτίας. Για περίπου 1500 χρόνια θα απεικονίζεται στους χάρτες η νήσος Θούλη.
Το σύστηµα ορθογώνιων συντεταγµένων επινοήθηκε και εισήχθηκε το 300 π.Χ. από τον ∆ικαίαρχο τον Μεσσήνιο, Σικελιώτη (340-290 π.Χ.). Ο ∆ικαίαρχος έθεσε ως αρχή των αξόνων στη Ρόδο, προσανατολισµένων έτσι ώστε ο ένας άξονας (διάφραγµα) να ακολουθεί τη διεύθυνση ∆ύση-Ανατολή (το «µήκος») και ο άλλος τη διεύθυνση Βορρά-Νότου (το «πλάτος»). Για πρώτη φορά εισάγεται η έννοια του γεωγραφικού πλέγµατος (κάναβος) που αποτελεί τη βάση της επιστηµονικής χαρτογραφίας. Ο χάρτης που συνέταξε ο ∆ικαίαρχος, χρησιµοποιώντας στοιχεία από την εκστρατεία του Αλεξάνδρου, παρέµεινε η βάση των γεωγραφικών χαρτών τους επόµενους τέσσερις αιώνες.
Εξέχουσα θέση στην ιστορία της χαρτογραφίας έχει ο Ερατοσθένης ο Κυρηναίος (275-195 π.Χ.), ο οποίος διεύθυνε τη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Ο Ερατοσθένης υπολόγισε µε µετρήσεις το µέγεθος της γήινης σφαίρας. Οι µετρήσεις έγιναν στην Αλεξάνδρεια και τη Σιήνη (Ασσουάν), δύο τόποι που ο Ερατοσθένης θεωρούσε ότι βρίσκονταν στον ίδιο µεσηµβρινό. Στη Σιήνη υπήρχε ένα πηγάδι στον πυθµένα του οποίου καθρεφτίζονταν οι ακτίνες του ηλίου µόνο το µεσηµέρι του θερινού ηλιοστασίου, στις 21 Ιουνίου. Προέκυπτε, έτσι, ότι η Σιήνη βρισκόταν στον Τροπικό του Καρκίνου. Η απόσταση µ εταξύ Σιήνης Αλεξάνδρειας ήταν ήδη γνωστή στον Ερατοσθένη (5000 στάδια) γιατί ήταν ετρηµένη από τους Αιγυπτίους. Το 220 π.Χ., στο θερινό ηλιοστάσιο, µέτρησε στην Αλεξάνδρεια την ηλιακή ζενίθεια απόσταση (µε τη βοήθεια γνώµονα), την οποία βρήκε να ισούται µε το 1/50 του κύκλου, δηλαδή µε 7.2 µ οίρες. Με τα δεδοµένα αυτά (γωνία τόξου, µήκος τόξου µεσηµβρινού) υπολόγισε το ήκος τόξου µιας µ οίρας µεσηµβρινού (Σχήµα 10). Η µέτρηση του Ερατοσθένη αντιστοιχεί σε ακτίνα της Γης ήκους 7420 χιλιοµέτρων αντί για τα 6370 χιλιόµετρα της σηµερινής τιµής (16% µεγαλύτερη της πραγµατικής). Η µέτρηση είναι πολύ ακριβής λαµβάνοντας υπόψη ότι η Σιήνη δε βρίσκεται ακριβώς στον Τροπικό του Καρκίνου αλλά κάπου βορειότερα, η Αλεξάνδρεια δε βρίσκεται στον ίδιο µεσηµβρινό µε τη Σιήνη αλλά 3ο πιο δυτικά, η µεταξύ τους απόσταση δεν είναι 5000 στάδια αλλά 4530 και η γωνία δεν µετρήθηκε µε ακρίβεια. Τα τέσσερα σφάλµατα αλληλοαναιρέθηκαν και έτσι το αποτέλεσµα έχει πολύ µικρή απόκλιση. Ανεξαρτήτως του αποτελέσµατος, ο συλλογισµός και η εφαρµογή του, για την εποχή εκείνη, είναι καταπληκτικοί.

 

Σχήµα 10. Η µέτρηση του µεγέθους της γήινης σφαίρας από τον Ερατοσθένη (250 π.Χ.)

 

Μεγάλη επίδραση στη χαρτογραφία είχαν επίσης οι µ ετρήσεις διαφόρων αποστάσεων πάνω στη γη που διεξήγαγε ο Ερατοσθένης, περιλαµβανοένου του µήκους της Μεσογείου (η καλύτερη µέτρηση για τους επόµενους δεκατρείς αιώνες), καθώς και οι προσθήκες του στον παγκόσµιο χάρτη ιδιαίτερα στη Νότια Ασία και στη Βόρεια Ευρώπη. Στο έργο του τα «Γεωγραφικά» περιλαµβάνεται ένας χάρτης τον οποίο συνέταξε. Ο χάρτης απεικονίζει όλο τον τότε γνωστό κόσµο πάνω σε ένα κάναβο επτά µεσηµβρινών και επτά παραλλήλων και δίνει πολλές γεωγραφικές πληροφορίες που είχαν συγκεντρωθεί από την Εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο χάρτης αυτός δεν έχει σωθεί, ωστόσο, από τις περιγραφές στα γραπτά κείµενα είναι δυνατή η ανακατασκευή του (Σχήµα 11). Εµφανίζεται στο χάρτη για πρώτη φορά η Κεϋλάνη, ως Taprobana, αρκετά, ωστόσο, µετατοπισµένη. Παραµορφωµένες φαίνονται οι ακτές της Αφρικής και της Ινδίας, που τελειώνουν πριν τον ισηµερινό. Επικρατούσε άλλωστε η άποψη ότι τα νερά της θάλασσας στον ισηµερινό είναι πολύ ζεστά για να τα διασχίσει κανείς. Στο χάρτη απεικονίζονται επίσης η Αγγλία και η Ιρλανδία. Ο Ερατοσθένης υποστήριζε ότι η γη καλύπτεται κυρίως από νερό, σε αντίθεση µε άλλους, όπως ο Κράτης, που υποστήριζαν ότι καλύπτεται κυρίως από στεριά.

Σχήµα 11. Χάρτης του Ερατοσθένη (194 π.Χ.)

Ο Κράτης ο Μαλλώτης (270-180 π.Χ.) κατασκεύασε µια µεγάλη υδρόγειο σφαίρα, γνωστή ως «Κράτειος σφαίρα» (Σχήµα 12), στην οποία απεικονίζονται συµµετρικά τέσσερις ήπειροι, δύο στο βόρειο και δύο στο νότιο ηµισφαίριο, που διαχωρίζονται από στενές λουρίδες νερού (αργότερα Ωκεανός). Με βάση την απεικόνιση του Κράτη, υπήρχαν τέσσερις γήινες µάζες, τρεις επιπλέον του γνωστού κατοικηµένου κόσµου. Η άποψη αυτή επικράτησε για αιώνες.

Σχήµα 12. Η Κράτειος σφαίρα (150 π.Χ.)

Πολύ σηµαντική είναι η χαρτογραφική συµβολή του Ίππαρχου του Ρόδιου (180-120 π.Χ.). Ο Ίππαρχος ήταν µεγάλη µορφή της αστρονοµίας, που τη συνέδεσε µε τη γεωγραφία και καθιέρωσε τον αστρονοµικό προσδιορισµό θέσεων στην επιφάνεια της Γης. Οι θέσεις των τόπων προσδιορίζονται από τις γεωγραφικές τους συντεταγµένες, το γεωγραφικό πλάτος και µ ήκος. Υποδιαίρεσε την περίµετρο της γης σε 360 µοίρες και καθιέρωσε αυτό που ισχύει έχρι σήµερα, το ορθογώνιο γεωγραφικό πλέγ µ α (γεωγραφικό κάναβο) των µεσηµβρινών και παραλλήλων, προσανατολισµένο σε σχέση ε τον άξονα περιστροφής της γης. Όρισε ως αρχή για τους παράλληλους τον ισηµερινό και για τους µεσηµβρινούς το µεσηµβρινό της Ρόδου. ∆ίδαξε τη µέτρηση του πλάτους µε το γνώµονα, κατά το θερινό ηλιοστάσιο και τη µέτρηση του µήκους µέσω παρατηρήσεων της τοπικής ώρας, τη στιγµή των εκλείψεων της σελήνης. Η πρώτη µέτρηση του γεωγραφικού µήκους έγινε µε τη µέθοδο του Ίππαρχου και θα παραµείνει η µοναδική µέθοδος µέχρι το 16ο αιώνα. Ο Ίππαρχος θεωρείται ότι εισήγαγε τις χαρτογραφικές προβολές. Στον Ίππαρχο αποδίδονται η στερεογραφική και ορθογραφική προβολή, οι οποίες επί εποχής του χρησιµοποιήθηκαν στην αστρονοµία και αργότερα ευρύτατα σε χάρτες της γης. Στο Σχήµα 13 απεικονίζεται χάρτης του Ίππαρχου (150 π.Χ.), ο πρώτος σε γεωµετρική προβολή και ισαπέχοντα κάναβο σε στάδια.

Σχήµα 13. Χάρτης Ίππαρχου (150 π.Χ.)

Ο Ποσειδώνιος ο Απαµεύς (135-51 π.Χ.) διεξήγαγε το 85 π.Χ. τη δεύτερη, ό ετά τον Ερατοσθένη, µέτρηση του µεγέθους της γήινης σφαίρας εφαρµόζοντας τη µέθοδ του στο τόξο Ρόδου-Αλεξάνδρειας. Ο Ποσειδώνιος χρησιµοποίησε το λα µ πρό αστέρι Κάνωβο (του αστερισµού του Άργους) που είναι ορατό κυρίως στο νότιο ηισφαίριο και κοντά στον ορίζοντα, στα χαµηλά πλάτη του βόρειου ηµισφαιρίου (Σχήµα 14). Όταν η Κάνωβος ήταν στον ορίζοντα της Ρόδου, στον ουρανό της Αλεξάνδρειας είχε ύψος το 1/48 του κύκλου (7.5 µοίρες). ∆εδοµένης της γνωστής απόστασης Ρόδου-Αλεξάνδρειας (3750 στάδια) υπολογίστηκε το µέγεθος της γήινης σφαίρας, ωστόσο, κατά 17% µικρότερο της πραγµατικής. Η κύρια αιτία του σφάλµατος του Ποσειδώνιου, εκτός της παραδοχής ότι η Ρόδος βρίσκεται στον ίδιο µεσηµβρινό µε την Αλεξάνδρεια, οφείλεται στην αστρονοµική µ έτρηση, κυρίως λόγω της έντονης διάθλασης που επηρεάζει σηµαντικά τις οπτικές ετρήσεις κοντά στον ορίζοντα. Οι µετρήσεις του Ποσειδώνιου χρησιµοποιήθηκαν στη συνέχεια από τον Πτολεµαίο, αλλά και από πολλούς χαρτογράφους και γεωγράφους, µέχρι το 17ο αιώνα. Η µετέπειτα χρήση της µικρότερης σφαίρας του Ποσειδώνιου για υπολογισµούς πάνω στην επιφάνεια της, είχε ως αποτέλεσµα να επηρεάσει θετικά τον Κολόµβο στην οριστική απόφαση για τα ταξίδια του, θεωρώντας τις αποστάσεις πιο µικρές από τις πραγµατικές και να επιλέξει την «προς δυσµάς» πλεύση για την Ινδία.
Ο Γέµινος ο Ρόδιος (110-40 π.Χ.) συνεχίζει το έργο του Ποσειδώνιου. Θεµελιώνει µε επιχειρήματα τη θεωρία των αντιπόδων (αντίθετη ή αντιδιαµετρική διεύθυνση των κατακορύφων) που είχε αναφερθεί από τον Πλάτωνα τον 5ο π.Χ. αιώνα. Το θέµα των αντιπόδων αποτέλεσε το µέγα θέµα των γεωγράφων του Μεσαίωνα και αντικείµενο θρησκευτικής αντιπαράθεσης. Με τον Γέµινο ολοκληρώνεται η σπουδαία Ροδιο-Αλεξανδρινή περίοδος.
 

 

Σχήµα 14. Η δεύτερη µέτρηση του µεγέθους της γήινης σφαίρας από τον Ποσειδώνιο (100 π.Χ.)

 

Ο Μαρίνος ο Τύριος (60-130 µ.Χ.) έκανε χρήση των γεωγραφικών συντεταγµένων σε µοίρες για τον προσδιορισµό τόπων, αντί γραµµικών µεγεθών (αποστάσεων) και γωνιακών διευθύνσεων. Επινόησε την ορθή κυλινδρκή προβολή, δεκαπέντε αιώνες πριν από το Mercator και εισήγαγε για πρώτη φορά το µεσηµβρινό των Μακάριων νήσων (Κανάριοι Ν., Islas Fortunatas) ως το µεση µ βρινό αναφοράς. Αργότερα και για πολλούς αιώνες, ο µεσηµβρινός αυτός θα χρησνμοποιείται συστηµατικά ως αφετηρία για µέτρηση των γεωγραφικών µηκών. Συνέταξε χάρτη κατά ορθή τετραγωνική προβολή, ο οποίος επανασχεδιάστηκε από τον Toscanelli τα τέλη του 15ου αιώνα και χρησιµοποιήθηκε από τον Κολόµβο στα ταξίδια του. Απεικονίζεται ο τότε γνωστό κόσµος που εκτείνεται από τη νήσο Θούλη στο βορρά µέχρι την Αιθιοπία στο νότο και από τις Μακάριες νήσους µέχρι την Κίνα. Θεωρείται ο πατέρας των ναυτιλιακών χαρτών, εφόσον οι χάρτες του περιέγραφαν ακτές, κατέγραφαν τα τοπωνύµια των ακτών και τα δεδοµένα του ήταν οι ναυτικές διαδροµές και παρατηρήσεις, όπως οι περίπλοες και οι σταδιασµοί. Στο έργο του Μαρίνου στηρίχτηκε στη συνέχεια ο Πτολεµαίος. Ο Μαρίνος, µαζί µε τον Ερατοσθένη και τον Ίππαρχο, είναι οι ιδρυτές της λεγόµενης Μαθηµατικής Γεωγραφίας και Χαρτογραφίας της αρχαιότητας.
Κορυφαία µορφή της χαρτογραφίας, ίσως σε όλη την ιστορία της και όχι µόνο στην αρχαιότητα, είναι ο Κλαύδιος Πτολεµαίος ο Αλεξανδρεύς (85-165 µ.Χ.). Σηµαντικός αστρονόµος, µαθηµατικός και γεωγράφος, υπήρξε διακεκριµένος βιβλιοθηκάριος της Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης. Πρώτος χαρτογράφος µε τη σύγχρονη έννοια του όρου, ολοκλήρωσε και προώθησε το έργο του Ίππαρχου, του Στράβωνα και του Μαρίνου. ∆ύο µεγάλα έργα του είναι το αστρονοµικό Μαθηµατική Σύνταξις (ή Μέγιστη) και το γεωγραφικό και χαρτογραφικό οκτάτοµο έργο Γεωγραφική Υφήγησις (ή Γεωγραφία). Τα παλαιότερα σωζόµενα ελληνικά χειρόγραφα της Γεωγραφίας ανάγονται στο 12ο και 14ο αιώνα. Η Γεωγραφία αναφέρει τις αρχές της χαρτογραφίας, της µαθηµατικής γεωγραφίας και των µεθόδων των αστρονο µ ικών παρατηρήσεων. Περιλαµβάνει κατάλογο 10000 τόπων µε τα ονόµατα τους (τοπωνύια) και µε τιµές γεωγραφικού µήκους και γεωγραφικού πλάτους. Αναφέρει τις θεωρητικές αρχές και τις τεχνικές των προβολών και ορίζει κωνικές προβολές (µ ια από αυτές είναι πρόδροµος των προβολών του Werner και του Bonne). Περιγράφει αναλυτικά τις αρχές και τους κανόνες µε βάση τους οποίους συντάσσεται ένας χάρτης. Το έργο συνοδεύεται από 26 χάρτες, του συνόλου του τότε γνωστού κόσµου, κατά γεωγραφικές περιφέρειες, έτσι ώστε να θεωρείται ο Πτολεµαίος εκείνος που επινόησε το χαρτογραφικό άτλαντα, αν και ο όρος αυτός δόθηκε πολύ αργότερα από τον Mercator.
Ο χάρτης του Πτολεµαίου, στον οποίο απεικονίζεται ο µέχρι τότε γνωστός κόσµος, ξεκινά από τα Μακάρια Νησιά µέχρι την Κίνα που αναφέρεται ως “Serica” (η γη του µεταξιού) (Σχήµα 15). Οι ατέλειες του χάρτη είναι πιο εµφανείς, όπως είναι φυσικό, στο ανατολικό και στο νότιο τµήµα. Η χερσόνησος της Ινδίας έχει συρρικνωθεί πολύ, ενώ αντίθετα η Κεϋλάνη (“Tabrobana”) απεικονίζεται µε µεγαλύτερες διαστάσεις από τις πραγ µ ατικές. Η Αφρική µέχρι τον ισηµερινό απεικονίζεται µ ε ικανοποιητική ακρίβεια. Μετά όως, οι δύο πλευρές της, αντί να συγκλίνουν σε ένα σηείο, αποκλίνουν προς δύο διευθύνσεις. Στα δυτικά η απεικόνιση σταµατά απότοµα, ενώ στα ανατολικά η Αφρική ενώνεται µε την Ασία και ο Ινδικός Ωκεανός φαίνεται σαν κλειστή θάλασσα. Που στηρίχτηκε η απόδοση αυτή της Αφρικής δεν είναι γνωστό. Το βασικότερο σφάλ µ α, ωστόσο, του Πτολεµαίου ήταν η αποδοχή των µετρήσεων του Ποσειδώνιου και η υποεκτίηση του µεγέθους της γης. Έτσι, η Ευρώπη και η Ασία εκτείνονται στο µισό ηµισφαίριο, ενώ στην πραγµατικότητα καλύπτουν µόνο 130ο. Η Μεσόγειος επίσης εκτείνεται σε 62ο ενώ στην πραγµατικότητα καλύπτει 42ο. Ενώ οι Άραβες από το 13ο αιώνα διόρθωσαν την παραµόρφωση αυτή, εντούτοις παραµένει στην Ευρωπαϊκή χαρτογραφία µέχρι το 1700.

Σχήµα 15. Χάρτης µε βάση τον Πτολεµαίο, τέλος 15ου αιώνα, Ιταλία

Η χαρτογραφική συµβολή των Ελλήνων µπορεί να συνοψιστεί στα εξής:
. Αναγνώριση του σφαιρικού σχήµατος της γης, µε τους πόλους, τον ισηµερινό και τους τροπικούς κύκλους. Η γη προσοµοιώνεται µε σφαίρα. . Χρησιµοποίηση των γεωµετρικών µεθόδων και µέσων για την περιγραφή της γήινης πραγµατικότητας. . Βελτίωση και κατασκευή οργάνων µέτρησης γεωγραφικών ποσοτήτων. . Στη βοηθητική χρησιµοποίηση άλλων τεχνολογικών και κατασκευαστικών επινοήσεων για τη διευκόλυνση των µετρήσεων και των υπολογισµών καθώς και για την κατανόησητων φαινοµένων του σύµπαντος. . Μετάβαση από την εµπειρική στην επιστηµονική παρατήρηση µέσω µετρήσεων. . Σύνδεση των µετρήσεων µε υπολογισµούς. . Μετρήσεις των διαστάσεων της γης . Μαθηµατική οργάνωση της γήινης σφαιρικής επιφάνειας. . Επινόηση των προβολών. Στο Σχήµα 16 απεικονίζεται διαχρονικά η αντίληψη που είχαν ο αρχαίοι Έλληνες για τη γη από τον Όµηρο, στον Εκαταίο, τον Ερατοσθένη και τον Στράβωνα µέχρι και τον Πτολεµαίο.
 

Σχήµα 16. Ο Κόσµος από τον Όµηρο, τον Εκαταίο, τον Ερατοσθένη και τον Πτολεµαίο

Η Βυζαντινή «ανακάλυψη» της Γεωγραφίας του Πτολεµαίου

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ανδρόνικου Β’ στο Βυζάντιο προωθούνται οι επιστηµονικές σπουδές. Ο ίδιος ο Ανδρόνικός εντυπωσιάζεται από τους χάρτες που του έδειξε ο µοναχός Πλανούδης και αποφασίζει την προώθηση της κατασκευής χαρτών βασισ µ ένων στη Γεωγραφία του Πτολεµαίου. Ο Μάξιµος Πλανούδης (1260-1310) από τη Νικοήδεια, συγγραφέας και µοναχός, θεωρείται ένας από τους Βυζαντινούς λόγιους προδρόµους της αναγέννησης των ελληνικών σπουδών στη ∆ύση. Η συµβολή του Πλανούδη είναι καθοριστική στην αναγέννηση της Γεωγραφίας και της Χαρτογραφίας µέσα από την «ανακάλυψη» του Πτολεµαίου. Ο Ανδρόνικος Β’ ζήτησε από τον πρώην Πατριάρχη Αλεξανδρείας Αθανάσιο που ζούσε στην Κωνσταντινούπολη (1293-1308) να του ετοιµάσει ένα αντίγραφο της Γεωγραφίας συµπεριλαµβάνοντας σε αυτό, χάρτες. Με τη συµβολή του Πλανούδη ο Αθανάσιος έφερε σε πέρας το έργο αυτό, επιβεβαιώνοντας ότι στην Κωνσταντινούπολη υπήρχε η απαιτούµενη τεχνογνωσία και οι επιστηµονικές και πρακτικές δεξιότητες που επέτρεπαν την ερµηνεία και εφαρµογή των οδηγιών του Πτολεµαίου για τη σύνταξη χαρτών. Το πλούσια εικονογραφηµένο ελληνικό αντίγραφο χειρόγραφο, από τα σπουδαία έργα της Ιστορίας της Χαρτογραφίας, κατέληξε στο Βατικανό το 1657 (Λιβιεράτος 1998)

Σχήµα 29. Ebstorf mappamundi (1235). Λεπτοµέρεια: Ο κήπος της Εδέµ